εὐθέως

εὐθέως adv. прямо, сразу

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "εὐθέως" в других словарях:

  • εὐθέως — indeclform (adverb) εὐθής Righteous (Jashar adverbial (epic doric ionic aeolic) εὐθύς 1 straight adverbial εὐθύς 2 straight indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευθέως — (ΑΜ ευθέως) επίρρ. βλ. ευθύς …   Dictionary of Greek

  • Differences between codices Sinaiticus and Vaticanus — Codex Sinaiticus and Codex Vaticanus, two of great uncial codices, representatives of the Alexandrian text type, are considered excellent manuscript witnesses of the text of the New Testament. Most critical editions of the Greek New Testament… …   Wikipedia

  • ευθύς — εία, ύ (ΑΜ εὐθύς, εῑα, ύ, Α ιων. και επικ. τ. ἰθύς) 1. αυτός που έχει τη διεύθυνση τής ευθείας γραμμής, αυτός που δεν λυγίζει ούτε αλλάζει κατεύθυνση (α. «ευθύς οδός» β. «εὐθὺν δὲ πλόον καμάτων ἐκτὸς ἐόντα δίδοι», Πίνδ.) 2. (με ηθ. έννοια)… …   Dictionary of Greek

  • σουλφόνωση — Βασική μέθοδος στη βιομηχανική χημεία (γνωστή και ως σουλφούρωση), η οποία συνίσταται στην εισαγωγή μιας σουλφοννκής ομάδας ( SO3H) σε μια οργανική ένωση. Στις κατά κυριολεξία σουλφονώσεις, η σουλφονική ομάδα ενώνεται απευθείας με ένα άτομο… …   Dictionary of Greek

  • βάσεις — Χημικές ενώσεις που χαρακτηρίζονται από την ικανότητα να διίστανται στα υδατικά διαλύματά τους δίνοντας τα υδροξύλια (ΟΗ), η συγκέντρωση των οποίων είναι ευθέως ανάλογη με την ισχύ της βάσης. Το φαινόμενο αυτό της ηλεκτρολυτικής διάστασης είναι… …   Dictionary of Greek

  • Βραζιλία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας Έκταση: 8.547.404 τ.χλμ Πληθυσμός: 174.468.575 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Μπραζίλια (2.043.169 κάτ. το 2000)Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τη Γαλλική Γουιάνα (ΒΑ), το Σουρινάμ,… …   Dictionary of Greek

  • абие — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  =  нареч. (греч. παραχρῆμα) скоро, тотчас, вдруг (Исаии 30, 13.… …   Словарь церковнославянского языка

  • абиѥ — (857) нар. Тогда, тотчас; теперь: И тоу абиѥ отъкрышѩ || ѥдинъ. отъ златыхъ онѣхъ ларевъ. И начѩша искладати. срачицѣ и свиты цс҃рьскы˫а. Изб 1076, 272 272 об.; и абиѥ вьсѣмъ весла ѡ(т) роукоу испадоша. и вьси отъ страха омьртвѣша. СкБГ XII, 13г; …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • напрасно — (90) нар. 1. Неожиданно, внезапно, вдруг: въпросиша о пока˫авъшиихъсѧ. и напрасно ѹмьръшиихъ. Изб 1076, 248 об.; Ѥгда на поли льтьстьмь. сто˫аше кънѧже борисе. напрасно пристѹпиша орѹжьници незнаѥми. Стих 1156–1163, 106 об.; и абиѥ напрасно… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Matthew 4:20 — is the twentieth verse of the fourth chapter of the Gospel of Matthew in the New Testament. Jesus has just begun preaching in Galilee and has encountered the fishermen Simon Peter and Andrew. He has called them to join him as fishers of men, and… …   Wikipedia

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.